Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Πείραμα Μίλγκραμ




Και εκεί που κάθεσαι σου έρχεται ένα από αυτά τα ωραία ηλεκτρονικά μηνύματα. Ιδού:

Το πείραμα του Μίλγκραμ είναι ένα από τα πιο γνωστά αντιδεοντολογικά πειράματα της ψυχολογίας, ουσιαστικά μια «φάρσα» που ξεγύμνωσε την ανθρώπινη ψυχή.


Το 1961, ο είκοσι εφτάχρονος Στάνλει Μίλγκραμ, επίκουρος καθηγητής ψυχολογίας στο Γέιλ, αποφάσισε να μελετήσει την υπακοή στην εξουσία.
Είχαν περάσει λίγα μόνο χρόνια από τα φρικτά εγκλήματα των Ναζί και γινόταν μια προσπάθεια κατανόησης της συμπεριφοράς των απλών στρατιωτών και αξιωματικών των SS, οι οποίοι είχαν εξολοθρεύσει εκατομμύρια αμάχων.
Η ευρέως αποδεκτή εξήγηση -πριν το πείραμα του Μίλγκραμ- ήταν η αυταρχική τευτονική διαπαιδαγώγηση και η καταπιεσμένη -κυρίως σεξουαλικά- παιδική ηλικία των Γερμανών.
Όμως ο Μίλγκραμ ήταν κοινωνικός ψυχολόγος και πίστευε ότι αυτού του είδους η υπακοή -που οδηγεί στο έγκλημα- δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο της προσωπικότητας, αλλά περισσότερο των πιεστικών συνθηκών.
Και το απέδειξε κάνοντας τη «φάρσα» του.

Τα υποκείμενα του πειράματος ήταν εθελοντές, κυρίως φοιτητές, οι οποίοι καλούνταν έναντι αμοιβής να συμμετέχουν σε ένα ψυχολογικό πείραμα σχετικό με τη μνήμη.

Χώριζε τους φοιτητές σε ζεύγη και -μετά από μια εικονική κλήρωση- ο ένας έπαιρνε το ρόλο του «μαθητευομένου» και ο άλλος του «δασκάλου».
Ο έκπληκτος «μαθητευόμενος» δενόταν χειροπόδαρα σε μια ηλεκτρική καρέκλα και του περνούσαν ηλεκτρόδια σε όλο το σώμα. Έπειτα του έδιναν να μάθει δέκα ζεύγη λέξεων.
Ο «δάσκαλος», από την άλλη, καθόταν μπροστά σε μια κονσόλα ηλεκτρικής γεννήτριας. Μπροστά του δέκα κουμπιά με ενδείξεις: «15 βολτ, 30 βολτ, 50 βολτ κλπ.» Το τελευταίο κουμπί έγραφε: «450 βολτ. Προσοχή! Κίνδυνος!» 
Πίσω από το «δάσκαλο» στεκόταν ο πειραματιστής, ο υπεύθυνος του πειράματος.

(Και περνάμε σε ενεστώτα για να γίνουμε μέτοχοι της στιγμής.)
«Θα λέτε την πρώτη λέξη από τα ζεύγη στο μαθητευόμενο. Αν κάνει λάθος θα σηκώσετε το πρώτο μοχλό και θα υποστεί ένα ηλεκτροσόκ 15 βολτ. Σε κάθε λάθος θα σηκώνετε τον αμέσως επόμενο μοχλό», λέει ο πειραματιστής και ο «δάσκαλος» αισθάνεται ήδη καλά που δεν του έτυχε στην κλήρωση ο άλλος ρόλος.

Το πείραμα ξεκινάει. Ο «δάσκαλος» λέει τις λέξεις από το μικρόφωνο. Ο «μαθητευόμενος», ήδη τρομαγμένος, απαντάει σωστά, αλλά όχι για πολύ.
Μόλις κάνει το πρώτο λάθος ο «δάσκαλος» γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος του λέει να προχωρήσει στο πρώτο ηλεκτροσόκ. Ο «δάσκαλος» υπακούει.
15 βολτ δεν είναι πολλά, αλλά ο «μαθητευόμενος» έχει αλλάξει ήδη γνώμη. Παρ' όλα αυτά απαντάει σωστά σε άλλη μια ερώτηση, αλλά στο επόμενο λάθος δέχεται 30 βολτ.
«Αφήστε να φύγω», λέει ο «μαθητευόμενος» που δεν μπορεί να λυθεί. «Δε θέλω να συμμετάσχω σε αυτό το πείραμα.»
Ο «δάσκαλος» κοιτάει τον πειραματιστή. Εκείνος του κάνει νόημα να συνεχίσει.

Τα βολτ αυξάνονται και τώρα πια ο πόνος είναι εμφανής στο πρόσωπο του «μαθητευόμενου», που εκλιπαρεί να τον αφήσουν ελεύθερο.
Στα 200 βολτ ταρακουνιέται ολόκληρος. Ο «δάσκαλος» πριν κάθε ηλεκτροσόκ γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος, με σταθερή φωνή, του λέει ότι το πείραμα πρέπει να συνεχιστεί.
Ο «δάσκαλος» συνεχίζει να βασανίζει έναν άγνωστο, έναν απλό φοιτητή που κλαίει, ζητάει τη βοήθεια του Θεού και παρακαλεί να τον λυπηθούν. Δεν μπορεί πια να απαντήσει στις ερωτήσεις, αλλά ο πειραματιστής λέει στο «δάσκαλο»:
«Τη σιωπή την εκλαμβάνουμε ως αποτυχημένη απάντηση και συνεχίζουμε με την τιμωρία.»
Στα 345 βολτ ο «μαθητευόμενος» τραντάζεται ολόκληρος, ουρλιάζει και χάνει τις αισθήσεις του.
Ο «δάσκαλος», ιδρωμένος και με τα χέρια του να τρέμουν, κοιτάει τον πειραματιστή.
«Μην ανησυχείτε», λέει εκείνος, «το πείραμα είναι απολύτως ελεγχόμενο... Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»
«Μα είναι λιπόθυμος», λέει ο «δάσκαλος».
«Δεν έχει καμιά σημασία. Το πείραμα πρέπει να ολοκληρωθεί. Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»

Πόσοι από τους εθελοντές έφτασαν ως τον τελευταίο μοχλό;

Πριν ξεκινήσει το πείραμα του ο Μίλγκραμ είχε κάνει μια «δημοσκόπηση» ανάμεσα στους ψυχιάτρους και στους ψυχολόγους, ρωτώντας 'τους τι ποσοστό των εθελοντών θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό.

Σχεδόν όλοι απάντησαν ότι κανείς δε θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό, πέρα ίσως από κάποια άτομα με κρυπτοσαδιστικές τάσεις, καθαρά παθολογικές.
Δυστυχώς έκαναν λάθος.

Μόλις το 5% των «δασκάλων» αρνήθηκαν εξ' αρχής να συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο πείραμα και αποχώρησαν -συνήθως βρίζοντας τον πειραματιστή.
Το υπόλοιπο 95% προχώρησε πολύ το πείραμα, πάνω από τα 150 βολτ.
Και το 65%... Έφτασε μέχρι τον τελευταίο μοχλό...

Πού έγκειται τώρα η φάρσα;
Ο «μαθητευόμενος» δεν ήταν φοιτητής, αλλά ηθοποιός, που είχε προσληφθεί από το Μίλγκραμ για αυτόν ακριβώς το «ρόλο».
Δεν υπήρχε ηλεκτρισμός ούτε ηλεκτροσόκ. Ο ηθοποιός υποκρινόταν.
Το μοναδικό πειραματόζωο ήταν ο «δάσκαλος».

Όμως τα αποτελέσματα ήταν αληθινά: Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων θα υπακούσει και θα βασανίσει -ίσως και θα σκοτώσει- έναν άγνωστο του, αρκεί να δέχεται εντολές από κάποιον με κύρος (στην προκειμένη περίπτωση επιστημονικό) και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι δεν τον βαρύνει η ευθύνη για ό,τι συμβεί -αφού εκείνος «απλά ακολουθούσε τις διαταγές».

Και φυσικά οι περισσότεροι από εμάς θα σκεφτούν όταν μάθουν για αυτό το πείραμα: «Εγώ αποκλείεται να έφτανα ως τον τελευταίο μοχλό.»

Όμως δείτε τι συμβαίνει στην κοινωνία μας, κάθε μέρα.
Ο υπάλληλος της ΔΕΗ που δέχεται να κόψει το ρεύμα από έναν άνεργο ή άπορο, ξέροντας ότι έτσι τον ταπεινώνει, τον υποβάλει σε ένα διαρκές βασανιστήριο και πιθανότατα θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του, ανήκει στο 65% του τελευταίου μοχλού. Και δεν είναι καθόλου κρυπτοσαδιστής. Απλά ακολουθει τις εντολές που του έδωσαν.

Ο υπάλληλος του σούπερ-μάρκετ που σου δίνει το χαλασμένο ψάρι και σε διαβεβαιώνει ότι είναι φρέσκο (μιλώ εξ' ιδίας πείρας, ως αγοραστής) δε σε μισεί, παρότι γνωρίζει ότι μπορεί να πάθεις και δηλητηρίαση. Απλώς ακολουθάει εντολές.

Ο αστυνομικός ο οποίος ραντίζει με χημικά τους διαδηλωτές δεν είναι κρυπτοσαδιστής -αν και πολλοί θα διαφωνήσουν στο συγκεκριμένο παράδειγμα. Απλώς κάνει τη δουλειά του.

Ο υπάλληλος της εφορίας ή της τράπεζας που υπογράφει την κατάσχεση κάποιου σπιτιού για 1.000 ευρώ χρέος, θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό στο πείραμα. Γιατί υπακούει.

Ο πολιτικός που υπογράφει το μνημόνιο το οποίο οδηγεί ένα ολόκληρο έθνος στην εξαθλίωση του νεοφιλελευθερισμού θα έφτανε μέχρι τον τελευταίο μοχλό. Και αυτός υπακούει, σε εντολές πολύ πιο ισχυρές από εκείνες του πειραματιστή με την άσπρη φόρμα.

Αν όμως δούμε το πείραμα του Μίλγκραμ από την ανθρωπιστική-ηθική του πλευρά (από την πλευρά του 5% που αρνήθηκε να υπακούσει) θα καταλάβουμε ότι κανένας δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Αν σε διατάζουν να κάνεις κάτι που προκαλεί κακό στον άλλον, στο συμπολίτη σου, σε έναν μετανάστη, σε έναν άνθρωπο (ή σε ένα ζώο, αλλά αυτό περιπλέκει πολύ τα πράγματα, εφόσον συνεχίζουμε να τρώμε κρέας), πρέπει να αρνηθείς να υπακούσεις. Ακόμα κι αν χάσεις το μπόνους παραγωγικότητας, την προαγωγή, την επανεκλογή, τη δουλειά σου.
Μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να αρνηθούμε να υπακούσουμε στις «μικρές» και καθημερινές εντολές βίας -με τις οποίες οι περισσότεροι ασυνείδητα συμμορφωνόμαστε, μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να προβούμε σε μια γενικευμένη και μέχρι τέλους πολιτική, κοινωνική, καταναλωτική ανυπακοή, μόνο όταν μάθουμε να συμπεριφερόμαστε ως αυτεξούσιοι άνθρωποι και όχι ως ανεύθυνοι υπάλληλοι, μόνο τότε θα μπορέσουμε να γκρεμίσουμε τη λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού που μας θέλει υπάνθρωπους, υπάκουους και υπόδουλους.

Και μια τελευταία παρατήρηση:
Τα υποκείμενα του πειράματος του Μίλγκραμ, οι εθελοντές φοιτητές, μάθαιναν από εκείνον ποιος ήταν ο στόχος του πειράματος. Μάθαιναν ότι ο «μαθητευόμενος» ήταν ηθοποιός και ότι δεν είχε ποτέ υποστεί ηλεκτροσόκ.
Ο Μίλγκραμ το έκανε αυτό για να τους ανακουφίσει, αλλά πέτυχε το ακριβώς αντίθετο.
Αυτοί οι άνθρωποι, ειδικά το 65% που είχε φτάσει ως τον τελευταίο μοχλό, πέρασαν την υπόλοιπη ζωή τους κυνηγημένοι από τις Ερινύες της πράξης τους. Γιατί συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν τόσο αθώοι και τόσο «καλοί» όσο ήθελαν να πιστεύουν για τον εαυτό τους.

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

Ο Δεκέμβρης του 1903




Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω —
αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια·
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,
οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,
τες λέξεις και τες φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν
εις όποιο θέμα κι αν περνώ, όποιαν ιδέα κι αν λέγω.

(Κ.Π. Καβάφης από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Chaos

" Η τύχη έχει πάψει πια να προχωράαει στα τυφλά,
             
              άναψε το φώς και θα δεις το χάος."


FRANCISCO URONDO





Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

Τι κι αν...;
Κι αν τι...;

Εκείνες οι στιγμές που νιώθεις ότι τίποτα δεν έχει νόημα κι είσαι ο κανείς, κι εσύ κι οι άλλοι μαζί σου.
Ό,τι νόμιζες ότι είχες δεν το είχες, δεν υπήρχε, δεν υπάρχεις.

Νιώθω κουρασμένη να ξυπνάω, αλλά να κοιμηθώ δεν μπορώ.

Μόνο εσύ να ήσουν εδώ... Δεν είσαι.



Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Χωρίς αίσιο τέλος


[… Γιατί, στο κάτω κάτω της γραφής, ο άνθρωπος είναι κυνηγός εικόνων. Της δικής του εικόνας. Κάποιες φορές κυνηγά καλά και αποκτά ένα υλικό συνεκτικό, ζεστό, κοντά στην πραγματικότητα. Κάποιες φορές περνά τις νύχτες παγιδευμένος σε μια παραίσθηση, καταδιώκοντας μια σκιά. Κάποιες φορές η σκιά τον συναντάει και όλα πάνε στα κομμάτια. Η μοναδική πιθανότητα να επιβιώσει είναι να αποδεχτεί το χάος και να γίνει σιωπηλά ένα μ’ αυτό. Να πάρει τον εαυτό του στ’ αστεία, να πάρει στα σοβαρά την πόλη, αυτόν τον σκαντζόχοιρο που είναι γεμάτος αγκάθια και απαλές πτυχές. Διάβολε, ήταν ερωτευμένος με το ΟΔ. Ακόμα ένας ανέφικτος έρωτας στη λίστα. Μια πόλη για να την αγαπήσεις, να την αγαπήσεις τρελά. Με λύσσα.]



Paco Ignacio Taibo II





Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Σπίτι δίχως καθρέφτες

     "Κάτοπτρο ονομάζεται το αντικείμενο του οποίου η επιφάνει του ανακλά τις ακτίνες φωτός με αποτέλεμα να σχηματίζεται το είδωλο του περιβάλονντα χώρου πάνω σε αυτή. Ο πιο γνωστός τύπος κατόπτρου είναι το επίπεδο κάτοπτρο ή καθρέφτης, το οποίο έχει επίπεδη επιφάνεια. Επίσης, υπαρχουν τα καμπύλα κάτοπτρα που σχηματίζουν μεγεθυμένα ή είδωλα υπό σμίκρυνση, ή εστιάζουν το φως."


Οι τελευταίες ματιές πριν την έξοδο ή την πριν την είσοδο κάποιου, μια δόση ματαιοδοξίας, η εκτίμηση της ελαφρότητας σου, η επινόηση της αισιοδοξίας σου και της ιστορίας σου, η αξιολόγηση του χρόνου σου, η μοναχική σου συντροφικότητα, η εξερεύνηση του εξωτερικού σου εαυτού μα και του εσωτερικού αν σου αρέσουν οι συνομιλίες με το εγώ σου όλα αυτά κι άλλα πολλά μέσα εκεί. Βλέπεις καινούρια πράγματα και θυμάσαι τα παλιά (τα δικά σου και των άλλων). Βρίσκεις όσα σου αρέσουν και όσα απεχθάνεσαι, γενικώς μια υπενθύμιση για τα πάντα.
Μα, τώρα οι καθρέφτες έσπασαν. Είσαι μόνος και ξεχνάς. Ξεχνάς κι αδιαφορείς. Αδιαφορείς για το τι προβάλλεις καθώς αρχίζεις να καταλαβαίνεις το τι είσαι. Και αν κάτι ξεχνάς κατά ένα περίεργο τρόπο δεν είναι τα όμορφα κομμάτια σου, μα τα άσχημα, όλα όσα σε πληγώνουν, όλα όσα θα ήθελες να αλλάξεις ακόμα κι αν δεν μπορείς, όλα όσα σε στιγματίζουν ανούσια κι όλα όσα σε κατασπαράζουν.
Δεν έχεις καθρέφτες και καθρεφτάκια και σε θυμάσαι να χαμογελάς και τότε στα αλήθεια χαμογελάς κιόλας προσπαθώντας να δείχνεις αυτό που νομίζεις ότι είσαι ακόμα κι αν ξέρεις ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Και τότε σταματάς να μιζεριάζεις για όσα δεν μπορείς και ευχαριστιέσαι με τα δυνατά χωρίς να νιώθεις ότι σου λείπει τόσο αυτό το κάτι.
           Το κακό, βέβαια, είναι ότι οι καθρέφτες εκλείπουν μόνο από το σπίτι. Στο ασανσέρ, στο δρόμο, στη δουλειά όλο και κάποιον θα βρεις και τότε γιατί το μάτι εστιάζει πάντα σε εκείνα τα σημεία που διέγραψες δεν ξέρω. Εστιάζει και… μπαμ, καρφώνεται στο μυαλό και σε τυραννά και πάλι. Ένας ακόμα κύκλος τελικά μέχρι να αποφασίσεις να μην ξανακοιτάξεις σε κανένα καθρέφτη, ή μέχρι να μάθεις να κοιτάς μόνο την ουσία σε αυτόν χωρίς να παρασύρεσαι, χωρίς να αναλώνεσαι.
         
                                                               Ή μήπως κι όχι...;