[… Γιατί, στο κάτω κάτω της γραφής, ο άνθρωπος είναι κυνηγός εικόνων. Της δικής του εικόνας. Κάποιες φορές κυνηγά καλά και αποκτά ένα υλικό συνεκτικό, ζεστό, κοντά στην πραγματικότητα. Κάποιες φορές περνά τις νύχτες παγιδευμένος σε μια παραίσθηση, καταδιώκοντας μια σκιά. Κάποιες φορές η σκιά τον συναντάει και όλα πάνε στα κομμάτια. Η μοναδική πιθανότητα να επιβιώσει είναι να αποδεχτεί το χάος και να γίνει σιωπηλά ένα μ’ αυτό. Να πάρει τον εαυτό του στ’ αστεία, να πάρει στα σοβαρά την πόλη, αυτόν τον σκαντζόχοιρο που είναι γεμάτος αγκάθια και απαλές πτυχές. Διάβολε, ήταν ερωτευμένος με το ΟΔ. Ακόμα ένας ανέφικτος έρωτας στη λίστα. Μια πόλη για να την αγαπήσεις, να την αγαπήσεις τρελά. Με λύσσα.]
"Κάτοπτρο ονομάζεται το αντικείμενο του οποίου η επιφάνει του ανακλά τις ακτίνες φωτός με αποτέλεμα να σχηματίζεται το είδωλο του περιβάλονντα χώρου πάνω σε αυτή. Ο πιο γνωστός τύπος κατόπτρου είναι το επίπεδο κάτοπτρο ή καθρέφτης, το οποίο έχει επίπεδη επιφάνεια. Επίσης, υπαρχουν τα καμπύλα κάτοπτρα που σχηματίζουν μεγεθυμένα ή είδωλα υπό σμίκρυνση, ή εστιάζουν το φως."
Οι τελευταίες ματιές πριν την έξοδο ή την πριν την είσοδο κάποιου, μια δόση ματαιοδοξίας, η εκτίμηση της ελαφρότητας σου, η επινόηση της αισιοδοξίας σου και της ιστορίας σου, η αξιολόγηση του χρόνου σου, η μοναχική σου συντροφικότητα, η εξερεύνηση του εξωτερικού σου εαυτού μα και του εσωτερικού αν σου αρέσουν οι συνομιλίες με το εγώ σου όλα αυτά κι άλλα πολλά μέσα εκεί. Βλέπεις καινούρια πράγματα και θυμάσαι τα παλιά (τα δικά σου και των άλλων). Βρίσκεις όσα σου αρέσουν και όσα απεχθάνεσαι, γενικώς μια υπενθύμιση για τα πάντα.
Μα, τώρα οι καθρέφτες έσπασαν. Είσαι μόνος και ξεχνάς. Ξεχνάς κι αδιαφορείς. Αδιαφορείς για το τι προβάλλεις καθώς αρχίζεις να καταλαβαίνεις το τι είσαι. Και αν κάτι ξεχνάς κατά ένα περίεργο τρόπο δεν είναι τα όμορφα κομμάτια σου, μα τα άσχημα, όλα όσα σε πληγώνουν, όλα όσα θα ήθελες να αλλάξεις ακόμα κι αν δεν μπορείς, όλα όσα σε στιγματίζουν ανούσια κι όλα όσα σε κατασπαράζουν.
Δεν έχεις καθρέφτες και καθρεφτάκια και σε θυμάσαι να χαμογελάς και τότε στα αλήθεια χαμογελάς κιόλας προσπαθώντας να δείχνεις αυτό που νομίζεις ότι είσαι ακόμα κι αν ξέρεις ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Και τότε σταματάς να μιζεριάζεις για όσα δεν μπορείς και ευχαριστιέσαι με τα δυνατά χωρίς να νιώθεις ότι σου λείπει τόσο αυτό το κάτι.
Το κακό, βέβαια, είναι ότι οι καθρέφτες εκλείπουν μόνο από το σπίτι. Στο ασανσέρ, στο δρόμο, στη δουλειά όλο και κάποιον θα βρεις και τότε γιατί το μάτι εστιάζει πάντα σε εκείνα τα σημεία που διέγραψες δεν ξέρω. Εστιάζει και… μπαμ, καρφώνεται στο μυαλό και σε τυραννά και πάλι. Ένας ακόμα κύκλος τελικά μέχρι να αποφασίσεις να μην ξανακοιτάξεις σε κανένα καθρέφτη, ή μέχρι να μάθεις να κοιτάς μόνο την ουσία σε αυτόν χωρίς να παρασύρεσαι, χωρίς να αναλώνεσαι.
Βουητό. Κόσμος τριγύρω. Ανόητος...
Καμπάνες. Σου τρυπάν τα αυτιά σου λες και χαίρονται με αυτό. Σκασμός!
Αχ. Αλήθεια είπα. Δεν αντέχω, πάρε με μια αγκαλιά, να έτσι, σφιχτή!
Έι. Κάποιος μου πάτησε το ξιφοειδές μου κοκαλάκι. Πόνεσε αυτό ξέρεις..
Άντε. Φέρε κόλλα γρήγορα, ίσα που προλαβαίνουμε, διαλύεται σου λέω!
Μη. Μη το μαδάς σου λέω, όμορφο είναι μόνο έτσι. Ολόκληρο..
Μισό. Οι γούνες σε μαράνανε και τα μεγαλεία. Θέλεις...
Γλιστρίδες. Το τσαούλι σου πάει ροδάνι, αλλά εδώ σε θέλω...
Πλέον. Ούτε τα μυστικά φυλαχτά των Μάγιας δεν σε σώζουν. Όπως τότε και τώρα!
Κενό. Καρδία και μυαλό υπέστησαν εγκεφαλικό και τα αποτελέσματα αντίθετα ήταν: Ματώνεις λοιπόν!
Λόγια. Έτσι, όμως θα μάθεις τα σημαντικότερα: "Σε αγαπάω!" Μέσα από εσένα....
Άρχισαναγράφωδιάφορα κι ίσως ασυνάρτητα μεταξύ τους πράγματα, αλλάείπανατασβήσωκαιναεπικεντρωθώσε πιολίγα με κύριο θέμα μου τις ευχαριστίες για το μόνο «χάρηκα πολύ» που το ψέμα μου έγκειται πλέον όχι στο ότι έβαλα ένα παραπανίσιο πολύ, μα στο ότι παρέλειψα να βάλω κάμποσα παραπάνω.
Πρώτα από όλα, λοιπόν, να σε ευχαριστήσω που υπάρχεις και γενικότερα και ειδικότερα, που είσαι φίλη μου ή μάλλον που είσαι αδερφή μου. Σε ευχαριστώ που με αγαπάς τόσο πολύ και τόσο ειλικρινά που ποτέ δεν αμφιβάλλω για την αγάπη σου, που είσαι τόσο μακριά μου μα τόσο κοντά μου έτσι ώστε να μη νιώθω ποτέ μόνη. Θα κάνω μέρες να σου μιλήσω, βδομάδες ίσως και δε θα έχει καμία σημασία, θα συνεχίσουμε να μιλάμε σαν να μιλούσαμε κάθε μέρα, θα πιάσουμε τα θέματα από εκεί που τα είχαμε αφήσει και μόνο απομακρυσμένες δε θα νιώθουμε η μία από την άλλη. Σε ευχαριστώ κιόλας γιατί παρά αυτή την απόσταση που μας χωρίζει όταν αναρωτιέμαι πού είσαι ξέρω ότι είσαι εδώ δίπλα μου να μου κρατάς το χέρι όταν κλαίω κι όταν είμαι θλιμμένη, να μου κρατάς και το χέρι όταν είμαι χαρούμενη και να χαίρεσαι μαζί μου. Να με ακούς, να σε ακούω, να αλληλο-συμβουλευόμαστε γνωρίζοντας ότι η σωστή συμβουλή είναι εκείνη που οδηγεί στην ευτυχία, να φροντίζουμε η μία την άλλη. «Θέλω να είσαι καλά μου λες.» και ξέρεις το πιστεύω. Το ακούω στη φωνή σου, το βλέπω στο καθαρό σου βλέμμα. Σε ευχαριστώ που με δέχεσαι όπως είμαι, που με βλέπεις με όλη τη γύμνια μου, που δεν με κατακρίνεις όχι από ευγένεια ή ντροπή, αλλά επειδή δε σου περνάει καν από το μυαλό. Σε ευχαριστώ που θες να με ξέρεις και που μου επιτρέπεις να μαθαίνω και εγώ εσένα.
Κι αν η φιλία η πραγματική είναι δύσκολη υπόθεση, το να βρεις το άλλο σου μισό, την αδερφή ψυχή σου τι είναι; Κι όμως εγώ το βρήκα σε εσένα κι είμαι σίγουρη πως ότι ζούμε είναι αληθινό. Είσαι το μικρό μου σπανιελάκι και νιώθω υπέρ τυχερή που σε έχω. Ίσως να μη μας βγήκαν τα πράγματα όπως τα θέλαμε κάποτε, αλλά και πάλι δεν πειράζει. Μέσα σε ένα χρόνο κέρδισα πιο πολλά από ποτέ. Κέρδισα μια όμορφη σπανιότητα, κέρδισα τον άνθρωπο που θα με ακούει ακούραστα σε κόσμο πραγματικό ή φανταστικό και θα νοιάζεται και θα με παρηγορεί και θα με κάνει χαρούμενη και θα με κάνει να θέλω να του ανταποδώσω τα πάντα με χαρά πολύ μεγαλύτερη από μεγάλη.
Δεν ξέρω τι επίλογο να βάλω τώρα. Τι σημασία έχουν άλλωστε αυτά τα ψιλά; Απλά ήθελα να πω κάποια πράγματα που ακόμα κι αν περιπλανιούνται στην ατμόσφαιρα χωρίς πότε να αποτυπώνονται, καλό είναι πού και πού να τα μοιραζόμαστε, στα φανερά ή όχι, και να δίνουμε τα εύσημα σε αυτούς που το αξίζουν.