Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

Πείραμα Μίλγκραμ




Και εκεί που κάθεσαι σου έρχεται ένα από αυτά τα ωραία ηλεκτρονικά μηνύματα. Ιδού:

Το πείραμα του Μίλγκραμ είναι ένα από τα πιο γνωστά αντιδεοντολογικά πειράματα της ψυχολογίας, ουσιαστικά μια «φάρσα» που ξεγύμνωσε την ανθρώπινη ψυχή.


Το 1961, ο είκοσι εφτάχρονος Στάνλει Μίλγκραμ, επίκουρος καθηγητής ψυχολογίας στο Γέιλ, αποφάσισε να μελετήσει την υπακοή στην εξουσία.
Είχαν περάσει λίγα μόνο χρόνια από τα φρικτά εγκλήματα των Ναζί και γινόταν μια προσπάθεια κατανόησης της συμπεριφοράς των απλών στρατιωτών και αξιωματικών των SS, οι οποίοι είχαν εξολοθρεύσει εκατομμύρια αμάχων.
Η ευρέως αποδεκτή εξήγηση -πριν το πείραμα του Μίλγκραμ- ήταν η αυταρχική τευτονική διαπαιδαγώγηση και η καταπιεσμένη -κυρίως σεξουαλικά- παιδική ηλικία των Γερμανών.
Όμως ο Μίλγκραμ ήταν κοινωνικός ψυχολόγος και πίστευε ότι αυτού του είδους η υπακοή -που οδηγεί στο έγκλημα- δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο της προσωπικότητας, αλλά περισσότερο των πιεστικών συνθηκών.
Και το απέδειξε κάνοντας τη «φάρσα» του.

Τα υποκείμενα του πειράματος ήταν εθελοντές, κυρίως φοιτητές, οι οποίοι καλούνταν έναντι αμοιβής να συμμετέχουν σε ένα ψυχολογικό πείραμα σχετικό με τη μνήμη.

Χώριζε τους φοιτητές σε ζεύγη και -μετά από μια εικονική κλήρωση- ο ένας έπαιρνε το ρόλο του «μαθητευομένου» και ο άλλος του «δασκάλου».
Ο έκπληκτος «μαθητευόμενος» δενόταν χειροπόδαρα σε μια ηλεκτρική καρέκλα και του περνούσαν ηλεκτρόδια σε όλο το σώμα. Έπειτα του έδιναν να μάθει δέκα ζεύγη λέξεων.
Ο «δάσκαλος», από την άλλη, καθόταν μπροστά σε μια κονσόλα ηλεκτρικής γεννήτριας. Μπροστά του δέκα κουμπιά με ενδείξεις: «15 βολτ, 30 βολτ, 50 βολτ κλπ.» Το τελευταίο κουμπί έγραφε: «450 βολτ. Προσοχή! Κίνδυνος!» 
Πίσω από το «δάσκαλο» στεκόταν ο πειραματιστής, ο υπεύθυνος του πειράματος.

(Και περνάμε σε ενεστώτα για να γίνουμε μέτοχοι της στιγμής.)
«Θα λέτε την πρώτη λέξη από τα ζεύγη στο μαθητευόμενο. Αν κάνει λάθος θα σηκώσετε το πρώτο μοχλό και θα υποστεί ένα ηλεκτροσόκ 15 βολτ. Σε κάθε λάθος θα σηκώνετε τον αμέσως επόμενο μοχλό», λέει ο πειραματιστής και ο «δάσκαλος» αισθάνεται ήδη καλά που δεν του έτυχε στην κλήρωση ο άλλος ρόλος.

Το πείραμα ξεκινάει. Ο «δάσκαλος» λέει τις λέξεις από το μικρόφωνο. Ο «μαθητευόμενος», ήδη τρομαγμένος, απαντάει σωστά, αλλά όχι για πολύ.
Μόλις κάνει το πρώτο λάθος ο «δάσκαλος» γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος του λέει να προχωρήσει στο πρώτο ηλεκτροσόκ. Ο «δάσκαλος» υπακούει.
15 βολτ δεν είναι πολλά, αλλά ο «μαθητευόμενος» έχει αλλάξει ήδη γνώμη. Παρ' όλα αυτά απαντάει σωστά σε άλλη μια ερώτηση, αλλά στο επόμενο λάθος δέχεται 30 βολτ.
«Αφήστε να φύγω», λέει ο «μαθητευόμενος» που δεν μπορεί να λυθεί. «Δε θέλω να συμμετάσχω σε αυτό το πείραμα.»
Ο «δάσκαλος» κοιτάει τον πειραματιστή. Εκείνος του κάνει νόημα να συνεχίσει.

Τα βολτ αυξάνονται και τώρα πια ο πόνος είναι εμφανής στο πρόσωπο του «μαθητευόμενου», που εκλιπαρεί να τον αφήσουν ελεύθερο.
Στα 200 βολτ ταρακουνιέται ολόκληρος. Ο «δάσκαλος» πριν κάθε ηλεκτροσόκ γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος, με σταθερή φωνή, του λέει ότι το πείραμα πρέπει να συνεχιστεί.
Ο «δάσκαλος» συνεχίζει να βασανίζει έναν άγνωστο, έναν απλό φοιτητή που κλαίει, ζητάει τη βοήθεια του Θεού και παρακαλεί να τον λυπηθούν. Δεν μπορεί πια να απαντήσει στις ερωτήσεις, αλλά ο πειραματιστής λέει στο «δάσκαλο»:
«Τη σιωπή την εκλαμβάνουμε ως αποτυχημένη απάντηση και συνεχίζουμε με την τιμωρία.»
Στα 345 βολτ ο «μαθητευόμενος» τραντάζεται ολόκληρος, ουρλιάζει και χάνει τις αισθήσεις του.
Ο «δάσκαλος», ιδρωμένος και με τα χέρια του να τρέμουν, κοιτάει τον πειραματιστή.
«Μην ανησυχείτε», λέει εκείνος, «το πείραμα είναι απολύτως ελεγχόμενο... Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»
«Μα είναι λιπόθυμος», λέει ο «δάσκαλος».
«Δεν έχει καμιά σημασία. Το πείραμα πρέπει να ολοκληρωθεί. Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»

Πόσοι από τους εθελοντές έφτασαν ως τον τελευταίο μοχλό;

Πριν ξεκινήσει το πείραμα του ο Μίλγκραμ είχε κάνει μια «δημοσκόπηση» ανάμεσα στους ψυχιάτρους και στους ψυχολόγους, ρωτώντας 'τους τι ποσοστό των εθελοντών θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό.

Σχεδόν όλοι απάντησαν ότι κανείς δε θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό, πέρα ίσως από κάποια άτομα με κρυπτοσαδιστικές τάσεις, καθαρά παθολογικές.
Δυστυχώς έκαναν λάθος.

Μόλις το 5% των «δασκάλων» αρνήθηκαν εξ' αρχής να συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο πείραμα και αποχώρησαν -συνήθως βρίζοντας τον πειραματιστή.
Το υπόλοιπο 95% προχώρησε πολύ το πείραμα, πάνω από τα 150 βολτ.
Και το 65%... Έφτασε μέχρι τον τελευταίο μοχλό...

Πού έγκειται τώρα η φάρσα;
Ο «μαθητευόμενος» δεν ήταν φοιτητής, αλλά ηθοποιός, που είχε προσληφθεί από το Μίλγκραμ για αυτόν ακριβώς το «ρόλο».
Δεν υπήρχε ηλεκτρισμός ούτε ηλεκτροσόκ. Ο ηθοποιός υποκρινόταν.
Το μοναδικό πειραματόζωο ήταν ο «δάσκαλος».

Όμως τα αποτελέσματα ήταν αληθινά: Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων θα υπακούσει και θα βασανίσει -ίσως και θα σκοτώσει- έναν άγνωστο του, αρκεί να δέχεται εντολές από κάποιον με κύρος (στην προκειμένη περίπτωση επιστημονικό) και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι δεν τον βαρύνει η ευθύνη για ό,τι συμβεί -αφού εκείνος «απλά ακολουθούσε τις διαταγές».

Και φυσικά οι περισσότεροι από εμάς θα σκεφτούν όταν μάθουν για αυτό το πείραμα: «Εγώ αποκλείεται να έφτανα ως τον τελευταίο μοχλό.»

Όμως δείτε τι συμβαίνει στην κοινωνία μας, κάθε μέρα.
Ο υπάλληλος της ΔΕΗ που δέχεται να κόψει το ρεύμα από έναν άνεργο ή άπορο, ξέροντας ότι έτσι τον ταπεινώνει, τον υποβάλει σε ένα διαρκές βασανιστήριο και πιθανότατα θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του, ανήκει στο 65% του τελευταίου μοχλού. Και δεν είναι καθόλου κρυπτοσαδιστής. Απλά ακολουθει τις εντολές που του έδωσαν.

Ο υπάλληλος του σούπερ-μάρκετ που σου δίνει το χαλασμένο ψάρι και σε διαβεβαιώνει ότι είναι φρέσκο (μιλώ εξ' ιδίας πείρας, ως αγοραστής) δε σε μισεί, παρότι γνωρίζει ότι μπορεί να πάθεις και δηλητηρίαση. Απλώς ακολουθάει εντολές.

Ο αστυνομικός ο οποίος ραντίζει με χημικά τους διαδηλωτές δεν είναι κρυπτοσαδιστής -αν και πολλοί θα διαφωνήσουν στο συγκεκριμένο παράδειγμα. Απλώς κάνει τη δουλειά του.

Ο υπάλληλος της εφορίας ή της τράπεζας που υπογράφει την κατάσχεση κάποιου σπιτιού για 1.000 ευρώ χρέος, θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό στο πείραμα. Γιατί υπακούει.

Ο πολιτικός που υπογράφει το μνημόνιο το οποίο οδηγεί ένα ολόκληρο έθνος στην εξαθλίωση του νεοφιλελευθερισμού θα έφτανε μέχρι τον τελευταίο μοχλό. Και αυτός υπακούει, σε εντολές πολύ πιο ισχυρές από εκείνες του πειραματιστή με την άσπρη φόρμα.

Αν όμως δούμε το πείραμα του Μίλγκραμ από την ανθρωπιστική-ηθική του πλευρά (από την πλευρά του 5% που αρνήθηκε να υπακούσει) θα καταλάβουμε ότι κανένας δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Αν σε διατάζουν να κάνεις κάτι που προκαλεί κακό στον άλλον, στο συμπολίτη σου, σε έναν μετανάστη, σε έναν άνθρωπο (ή σε ένα ζώο, αλλά αυτό περιπλέκει πολύ τα πράγματα, εφόσον συνεχίζουμε να τρώμε κρέας), πρέπει να αρνηθείς να υπακούσεις. Ακόμα κι αν χάσεις το μπόνους παραγωγικότητας, την προαγωγή, την επανεκλογή, τη δουλειά σου.
Μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να αρνηθούμε να υπακούσουμε στις «μικρές» και καθημερινές εντολές βίας -με τις οποίες οι περισσότεροι ασυνείδητα συμμορφωνόμαστε, μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να προβούμε σε μια γενικευμένη και μέχρι τέλους πολιτική, κοινωνική, καταναλωτική ανυπακοή, μόνο όταν μάθουμε να συμπεριφερόμαστε ως αυτεξούσιοι άνθρωποι και όχι ως ανεύθυνοι υπάλληλοι, μόνο τότε θα μπορέσουμε να γκρεμίσουμε τη λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού που μας θέλει υπάνθρωπους, υπάκουους και υπόδουλους.

Και μια τελευταία παρατήρηση:
Τα υποκείμενα του πειράματος του Μίλγκραμ, οι εθελοντές φοιτητές, μάθαιναν από εκείνον ποιος ήταν ο στόχος του πειράματος. Μάθαιναν ότι ο «μαθητευόμενος» ήταν ηθοποιός και ότι δεν είχε ποτέ υποστεί ηλεκτροσόκ.
Ο Μίλγκραμ το έκανε αυτό για να τους ανακουφίσει, αλλά πέτυχε το ακριβώς αντίθετο.
Αυτοί οι άνθρωποι, ειδικά το 65% που είχε φτάσει ως τον τελευταίο μοχλό, πέρασαν την υπόλοιπη ζωή τους κυνηγημένοι από τις Ερινύες της πράξης τους. Γιατί συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν τόσο αθώοι και τόσο «καλοί» όσο ήθελαν να πιστεύουν για τον εαυτό τους.

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Ο Δεκέμβρης του 1903




Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω —
αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια·
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,
οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,
τες λέξεις και τες φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν
εις όποιο θέμα κι αν περνώ, όποιαν ιδέα κι αν λέγω.

(Κ.Π. Καβάφης από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Chaos

" Η τύχη έχει πάψει πια να προχωράαει στα τυφλά,
             
              άναψε το φώς και θα δεις το χάος."


FRANCISCO URONDO





Σάββατο 23 Ιουνίου 2012

Τι κι αν...;
Κι αν τι...;

Εκείνες οι στιγμές που νιώθεις ότι τίποτα δεν έχει νόημα κι είσαι ο κανείς, κι εσύ κι οι άλλοι μαζί σου.
Ό,τι νόμιζες ότι είχες δεν το είχες, δεν υπήρχε, δεν υπάρχεις.

Νιώθω κουρασμένη να ξυπνάω, αλλά να κοιμηθώ δεν μπορώ.

Μόνο εσύ να ήσουν εδώ... Δεν είσαι.



Τρίτη 17 Απριλίου 2012

Χωρίς αίσιο τέλος


[… Γιατί, στο κάτω κάτω της γραφής, ο άνθρωπος είναι κυνηγός εικόνων. Της δικής του εικόνας. Κάποιες φορές κυνηγά καλά και αποκτά ένα υλικό συνεκτικό, ζεστό, κοντά στην πραγματικότητα. Κάποιες φορές περνά τις νύχτες παγιδευμένος σε μια παραίσθηση, καταδιώκοντας μια σκιά. Κάποιες φορές η σκιά τον συναντάει και όλα πάνε στα κομμάτια. Η μοναδική πιθανότητα να επιβιώσει είναι να αποδεχτεί το χάος και να γίνει σιωπηλά ένα μ’ αυτό. Να πάρει τον εαυτό του στ’ αστεία, να πάρει στα σοβαρά την πόλη, αυτόν τον σκαντζόχοιρο που είναι γεμάτος αγκάθια και απαλές πτυχές. Διάβολε, ήταν ερωτευμένος με το ΟΔ. Ακόμα ένας ανέφικτος έρωτας στη λίστα. Μια πόλη για να την αγαπήσεις, να την αγαπήσεις τρελά. Με λύσσα.]



Paco Ignacio Taibo II





Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

Σπίτι δίχως καθρέφτες

     "Κάτοπτρο ονομάζεται το αντικείμενο του οποίου η επιφάνει του ανακλά τις ακτίνες φωτός με αποτέλεμα να σχηματίζεται το είδωλο του περιβάλονντα χώρου πάνω σε αυτή. Ο πιο γνωστός τύπος κατόπτρου είναι το επίπεδο κάτοπτρο ή καθρέφτης, το οποίο έχει επίπεδη επιφάνεια. Επίσης, υπαρχουν τα καμπύλα κάτοπτρα που σχηματίζουν μεγεθυμένα ή είδωλα υπό σμίκρυνση, ή εστιάζουν το φως."


Οι τελευταίες ματιές πριν την έξοδο ή την πριν την είσοδο κάποιου, μια δόση ματαιοδοξίας, η εκτίμηση της ελαφρότητας σου, η επινόηση της αισιοδοξίας σου και της ιστορίας σου, η αξιολόγηση του χρόνου σου, η μοναχική σου συντροφικότητα, η εξερεύνηση του εξωτερικού σου εαυτού μα και του εσωτερικού αν σου αρέσουν οι συνομιλίες με το εγώ σου όλα αυτά κι άλλα πολλά μέσα εκεί. Βλέπεις καινούρια πράγματα και θυμάσαι τα παλιά (τα δικά σου και των άλλων). Βρίσκεις όσα σου αρέσουν και όσα απεχθάνεσαι, γενικώς μια υπενθύμιση για τα πάντα.
Μα, τώρα οι καθρέφτες έσπασαν. Είσαι μόνος και ξεχνάς. Ξεχνάς κι αδιαφορείς. Αδιαφορείς για το τι προβάλλεις καθώς αρχίζεις να καταλαβαίνεις το τι είσαι. Και αν κάτι ξεχνάς κατά ένα περίεργο τρόπο δεν είναι τα όμορφα κομμάτια σου, μα τα άσχημα, όλα όσα σε πληγώνουν, όλα όσα θα ήθελες να αλλάξεις ακόμα κι αν δεν μπορείς, όλα όσα σε στιγματίζουν ανούσια κι όλα όσα σε κατασπαράζουν.
Δεν έχεις καθρέφτες και καθρεφτάκια και σε θυμάσαι να χαμογελάς και τότε στα αλήθεια χαμογελάς κιόλας προσπαθώντας να δείχνεις αυτό που νομίζεις ότι είσαι ακόμα κι αν ξέρεις ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Και τότε σταματάς να μιζεριάζεις για όσα δεν μπορείς και ευχαριστιέσαι με τα δυνατά χωρίς να νιώθεις ότι σου λείπει τόσο αυτό το κάτι.
           Το κακό, βέβαια, είναι ότι οι καθρέφτες εκλείπουν μόνο από το σπίτι. Στο ασανσέρ, στο δρόμο, στη δουλειά όλο και κάποιον θα βρεις και τότε γιατί το μάτι εστιάζει πάντα σε εκείνα τα σημεία που διέγραψες δεν ξέρω. Εστιάζει και… μπαμ, καρφώνεται στο μυαλό και σε τυραννά και πάλι. Ένας ακόμα κύκλος τελικά μέχρι να αποφασίσεις να μην ξανακοιτάξεις σε κανένα καθρέφτη, ή μέχρι να μάθεις να κοιτάς μόνο την ουσία σε αυτόν χωρίς να παρασύρεσαι, χωρίς να αναλώνεσαι.
         
                                                               Ή μήπως κι όχι...;

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

I Don't Think About You Anymore But, I Don't Think About You Anyless by Hungry Ghosts



Κι όμως γίνεται κι αυτό.
Όμορφος τίτλος, όμορφη εικόνα, όμορφη μελωδία.
Κάθε νότα, κάθε γύρισμα σε πλημμυρίζει συναίσθημα.

Και τώρα σσσσσσς!


Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

Παραλληλίες...

Βουητό. Κόσμος τριγύρω. Ανόητος...
Καμπάνες. Σου τρυπάν τα αυτιά σου λες και χαίρονται με αυτό. Σκασμός!
Αχ. Αλήθεια είπα. Δεν αντέχω, πάρε με μια αγκαλιά, να έτσι, σφιχτή!
Έι. Κάποιος μου πάτησε το ξιφοειδές μου κοκαλάκι. Πόνεσε αυτό ξέρεις..
Άντε. Φέρε κόλλα γρήγορα, ίσα που προλαβαίνουμε, διαλύεται σου λέω!
Μη. Μη το μαδάς σου λέω, όμορφο είναι μόνο έτσι. Ολόκληρο..
Μισό. Οι γούνες σε μαράνανε και τα μεγαλεία. Θέλεις...
Γλιστρίδες. Το τσαούλι σου πάει ροδάνι, αλλά εδώ σε θέλω... 
Πλέον. Ούτε τα μυστικά φυλαχτά των Μάγιας δεν σε σώζουν. Όπως τότε και τώρα!  
Κενό. Καρδία και μυαλό υπέστησαν εγκεφαλικό και τα αποτελέσματα αντίθετα ήταν: Ματώνεις λοιπόν!
Λόγια. Έτσι, όμως θα μάθεις τα σημαντικότερα: "Σε αγαπάω!"
Μέσα από εσένα....



Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

1507πΧ

Στους πιο κρυφούς ψιθύρους
Στις πιο δειλές κραυγές
Στα άπλυτα στρωσίδια των ονείρων
Στην παστρικότητα της ψυχής,
μέχρι εκεί.

Στη ζεστασιά της αγκαλιάς σου
Στα υγρά φιλιά σου
Στα πονηρά σου μάτια
μόνο εκεί.

Στο ποτέ, στο πριν, στο μετά,
στο γιατί.
Στην αλήθεια του ψέματος
Στο ψέμα της αλήθειας
Στην ανάγκη του έρωτα
Στην μοναξιά της αγάπης
για εκεί.

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

Για την E.


Αγαπητή Ε.,
           
            Άρχισα να γράφω διάφορα κι ίσως ασυνάρτητα μεταξύ τους πράγματα, αλλά είπα να τα σβήσω και να επικεντρωθώ σε πιο λίγα με κύριο θέμα μου τις ευχαριστίες για το μόνο «χάρηκα πολύ» που το ψέμα μου έγκειται πλέον  όχι στο ότι έβαλα ένα παραπανίσιο πολύ, μα στο ότι παρέλειψα να βάλω κάμποσα παραπάνω.
Πρώτα από όλα, λοιπόν, να σε ευχαριστήσω που υπάρχεις και γενικότερα και ειδικότερα, που είσαι φίλη μου ή μάλλον που είσαι αδερφή μου. Σε ευχαριστώ που με αγαπάς τόσο πολύ και τόσο ειλικρινά που ποτέ δεν αμφιβάλλω για την αγάπη σου, που είσαι τόσο μακριά μου μα τόσο κοντά μου έτσι ώστε να μη νιώθω ποτέ μόνη. Θα κάνω μέρες να σου μιλήσω, βδομάδες ίσως και δε θα έχει καμία σημασία, θα συνεχίσουμε να μιλάμε σαν να μιλούσαμε κάθε μέρα, θα πιάσουμε τα θέματα από εκεί που τα είχαμε αφήσει και μόνο απομακρυσμένες δε θα νιώθουμε η μία από την άλλη. Σε ευχαριστώ κιόλας γιατί παρά αυτή την απόσταση που μας χωρίζει όταν αναρωτιέμαι πού είσαι ξέρω ότι είσαι εδώ δίπλα μου να μου κρατάς το χέρι όταν κλαίω κι όταν είμαι θλιμμένη, να μου κρατάς και το χέρι όταν είμαι χαρούμενη και να χαίρεσαι μαζί μου. Να με ακούς, να σε ακούω, να αλληλο-συμβουλευόμαστε γνωρίζοντας ότι η σωστή συμβουλή είναι εκείνη που οδηγεί στην ευτυχία, να φροντίζουμε η μία την άλλη. «Θέλω να είσαι καλά μου λες.» και ξέρεις το πιστεύω. Το ακούω στη φωνή σου, το βλέπω στο καθαρό σου βλέμμα. Σε ευχαριστώ που με δέχεσαι όπως είμαι, που με βλέπεις με όλη τη γύμνια μου, που δεν με κατακρίνεις όχι από ευγένεια ή ντροπή, αλλά επειδή δε σου περνάει καν από το μυαλό. Σε ευχαριστώ που θες να με ξέρεις και που μου επιτρέπεις να μαθαίνω και εγώ εσένα.
Κι αν η φιλία η πραγματική είναι δύσκολη υπόθεση, το να βρεις το άλλο σου μισό, την αδερφή ψυχή σου τι είναι; Κι όμως εγώ το βρήκα σε εσένα κι είμαι σίγουρη πως ότι ζούμε είναι αληθινό. Είσαι το μικρό μου σπανιελάκι και νιώθω υπέρ τυχερή που σε έχω. Ίσως να μη μας βγήκαν τα πράγματα όπως τα θέλαμε κάποτε, αλλά και πάλι δεν πειράζει. Μέσα σε ένα χρόνο κέρδισα πιο πολλά από ποτέ. Κέρδισα μια όμορφη σπανιότητα, κέρδισα τον άνθρωπο που θα με ακούει ακούραστα σε κόσμο πραγματικό ή φανταστικό και θα νοιάζεται και θα με παρηγορεί και θα με κάνει χαρούμενη και θα με κάνει να θέλω να του ανταποδώσω τα πάντα με χαρά πολύ μεγαλύτερη από μεγάλη.         
            Δεν ξέρω τι επίλογο να βάλω τώρα. Τι σημασία έχουν άλλωστε αυτά τα ψιλά; Απλά ήθελα να πω κάποια πράγματα που ακόμα κι αν περιπλανιούνται στην ατμόσφαιρα χωρίς πότε να αποτυπώνονται,  καλό είναι πού και πού να τα μοιραζόμαστε, στα φανερά ή όχι, και να δίνουμε τα εύσημα σε αυτούς που το αξίζουν.

Σε αγαπάω, πολύ!



 

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

Το Γάλα


           Στο Γάλα πήγαινε να δεις. Τη γη την έφαγε το κύμα κι η θάλασσα όλο τον βράχο περιτριγυρίζει και εκείνος πάντα της αρνείται.  Άργιλος και κοφτερά νύχια όλο το τοπίο. Θαυμασμός και τρόμος, δέος και πρόκληση να το κατακτήσεις. Είναι δύσκολο και σε φοβίζει, όμως προσπαθείς να προβείς με κινήσεις άμεσες κι όχι βεβιασμένες στην κατάκτηση αυτή. Με βήμα αργό και σταθερό προχωράς και προσέχεις μη τυχόν σε πληγώσει ο βράχος αυτός ή ο διπλανός του. Οι πατούσες ξαφνικά καλούνται να είναι σκληρές κι ευλύγιστες ταυτοχρόνως. Δεν μπορούν να είναι πολύ σκληρές, θα πληγωθούν χωρίς να το καταλάβουν. Αν δε είναι πολύ ευλύγιστες και πάλι θα χάσεις την ισορροπία σου κάτι που σίγουρα δε θες να συμβεί. Το πέλμα σου εναρμονίζεται με το έδαφος, ακολουθείς τις πτυχές του νιώθοντας μικρότερη ή μεγαλύτερη ασφάλεια. Κι έτσι θα σε αφήσει να τον αγγίξεις, να μάθεις από αυτόν και να σε συμπαρασύρει στον κόσμο του που θα γίνει και δικός σου. Θα σε αφήσει να δεις τη καρδιά του να πάλλεται αφρισμένη στο εσωτερικό του κι αν προσέξεις θα κολυμπήσεις στο ζουμί της και θα νιώσεις να αλλάζεις, ελεύθερος στα δεσμά της.



                                                                                                               
                                            



 

Κυριακή 28 Αυγούστου 2011

C'est lourd...


        Είναι κάποιες φορές που ήθελε να κάνει καλοκαίρι. Απλά καλοκαίρι. Θα ήταν σε ένα νησί, μικρό νησί, με λίγους κατοίκους και πολύ μπλε. Τα σπίτια θα ήταν μικρά, το πολύ δίπατα, πολύχρωμα, και με λουλούδια στα περβάζια, ενώ τα δαιδαλώδες πλακόστρωτα σοκάκια δεν θα έλλειπαν από το τοπίο. Θα ήταν και μικρός και θα είχε και μια φίλη που θα έμοιαζε στην «καπετάν Ζωή» που είχε διαβάσει κάποτε, μπορεί να ήταν κι αυτή, για να πηδάνε αριστερά και δεξιά στα βραχάκια σαν τα κατσίκια. Θα είχε πολλές παραλίες, κούτσικες, αλλά θα ήξερε μία που δεν θα είχε άμμο ούτε χρυσή, ούτε ασημένια, ούτε μαύρη ή κόκκινη (αμάν αυτή η άμμος που αρέσει σε όλο τον κόσμο!), μα πετραδάκια ανάκατα με μικρά-μικρά κοχυλάκια και μέσα στα βαθιά-βαθιά θα είχε άλλες πετρούλες πιο μεγάλες και πιο χρωματιστές, θα τις μπέρδευε και με τα ψάρια κλόουν ή τα κουνούπια της θάλασσας πού και πού. Το νερό θα ήταν δροσερό, όχι παγωμένο γιατί ήταν και λίγο κρυουλιάρης.
            Στο νησί δεν θα έμενε, θα ήταν μέρος του, δηλαδή ο ίδιος του ο εαυτός θα άνηκε στο νησί και θα αποτελούσε κομμάτι του, μικρό, μη φανταστείτε. Σε εκείνες τις θάλασσες θα μπορούσε να κολυμπήσει ελεύθερος επειδή έτσι το ήθελε. Πριν μπει στη θάλασσα βέβαια θα βούλιαζε τα πόδια του σε αυτό το παράξενο, ανάγλυφο έδαφος να πάρει λίγο από τη ζεστασιά που του είχε χαρίσει ο ήλιος που έφεγγε από το πρωί. Κι αφού έμπαινε, η θάλασσα θα τον αγκάλιαζε όπως όλα τα παιδιά της καλώς ορίζοντας τον. Σε εκείνο το σημείο θα γύρναγε στην παλιά του ηλικία, μόλις μερικά χρόνια μετά και θα κατάφερνε επιτέλους να νιώσει το μεγαλείο της μοναξιάς του, της στενοχώριας του, εκείνου του κενού που το προσδιόριζε μόλις λίγο πιο αριστερά από τη μέση του στέρνου του και στα δεξιά του στομαχιού του καθώς πλέον ήξερε πού είναι το στομάχι του. Το νερό θα τον χάιδευε και θα άφηνε τα δάκρυα να κυλήσουν σιωπηλά, αλλά να κυλήσουν, να αλαφρώσει για να μην πνιγεί.
       Μεγάλο το βάρος του όμως, υπέρογκο. Θέλει να κολυμπήσει, να κολυμπήσει πολύ μέχρις ότου να εξαντληθεί το κορμί, να κουραστεί, να διώξει μια στάλα έντασης και να πει «Δεν αντέχω άλλο, δεν μπορώ, δεν θέλω.». Τότε, θα αρχίσει να βουλιάζει, γιατί έμαθε να αλλάζει γνώμη, μπρούμυτα καθώς θα μπορέσει να φωνάξει για πρώτη του φόρα για όσα θέλει, όσα του λείπουν, όσα τον πονούν κι ας ξέρει ότι τα ψάρια μιλούν ψαρίστικα και δεν τον καταλαβαίνουν. Ύστερα στο ανάσκελο η θάλασσα θα τον ρουφήξει στον πάτο με τις πολύχρωμές της πέτρες, όχι επειδή είναι κακιά, αλλά γιατί τον λυπήθηκε. Θα πηγαίνει όλο και πιο κάτω και θα απολαμβάνει τη θέα από τα χαμηλά, το γαλάζιο να γίνεται μπλε και τον εαυτό του να ανακουφίζεται.
            Αυτά τα λίγα θέλει, λοιπόν, κι αυτό πού και πού, να είπαμε όταν ξαναθυμάται τα βάρη του και δεν τον ελαφρύνει τίποτα, ούτε το κλάμα κι οι λυγμοί, ούτε οι φωνές, ούτε η σιωπή.
           

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2011

Βροντερή σιωπή



Να θες να ουρλιάξεις
και φωνή να μη βγαίνει.
Να θες να κλάψεις
και τα δάκρυα να έχουν κολλήσει
στο πίσω μέρος των ζυγωματικών σου.
Να θες να είσαι δυνατή
και τη δύναμη σου να την κρατάν δεμένη
από τους καρπούς
δυο βουβοί κροταλίες
που παρίσταναν τάχα μου
τους χαμαιλέοντες.

Πού πήγε η φωνή σου;
Πού πήγε η κραυγή
εκείνη που με σθένος φράζει το στήθος σου;
Πού πήγες εσύ η ίδια;
Απούσα από το παρόν σου
κλαις πρόωρα το ανύρπακτο μέλλον
στη σιωπή του δωματίου
που μόνο ανακούφιση προσφέρει.

Κι όταν το πρώτο δάκρυ σου
κυλά,
ευεργετικά αλμυρίζει το στόμα σου,
σπαράζεις και βγάζεις τη ψυχή σου.
Θες να βγει όλη
να σε εγκαταλείψει
να αισθανθείς τον πόνο σου
για να μη σε πονάει άλλο πια.

Η ζωή είναι δύσκολη
γιατί η αγάπη μας
έχασε την αλλοτινή της ανιδιοτέλεια..
Εγώ είμαι απούσα
γιατί δεν το πιστεύω.
Είμαι εκεί
που με αγαπάς
και δεν μ’ αγαπάς
κι
εγώ σε αγαπάω
αντί να σ’ αγαπώ.

Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

Άριελ, Τσαρλς Μπουκοφσκι

Θεέ μου! Θεέ μου μεγαλοδύναμε!
Θα τελειώσουμε, λοιπόν,
στην άκρη ενός σκοινιού,
σ' ένα βρόμικο μπάνιο,
μακριά απ' το Παρίσι,
μακριά από τα στοργικά πόδια των γυναικών!

Τα πόδια μας κρεμάμενα
πάνω από την προστυχιά
του φθαρμένου δαπέδου,
το τηλέφωνο να χτυπά,
τα γράμματα ακόμη κλειστά,
τα σκυλιά να κατουράν' στο δρόμο...

Άλλοι δυνατότεροι από 'μένα
δεν κατάφεραν να τα βρουν
με την ζωή.

Ίσως έπρεπε να δείτε τον αδερφό μου το Μάρτυ:
ύπουλος, βρόμικος, αξιολάτρευτος.
Μια χαρά
τα πηγαίνει!